2035

 

  Ανεβάσματα, κατεβάσματα, βγήκα στο μπαλκόνι να δω το μεγάλο ηλεκτρικό σύννεφο. 
  Νύχτα, με το μπαλκόνι προς το δρόμο και το σύννεφο ροζ γαλακτερό και φορτισμένο με φωτεινά συμπλέγματα. Ημέρες μοναξιάς, ήμερες ανεξαρτησίας. Συνόδευσε τες με κάτι, τι θα πάρεις μια σόδα; Κάτι που να μην σου θυμίζει πολλά —ναι η σόδα καλή είναι— δεν λέει τίποτα. Αυτήν την βδομάδα, τρεις από την γειτονιά φεύγουν, τρεις έρχονται· το πιάνο μόνο να μην πάρουν που ακούγεται από τον τρίτο και αποδίδει μία ξεκάθαρη τρέλα στην πόλη, αστεία σχεδόν.
 Το σύννεφο βρίσκεται χρόνια εκεί· Δεκατρία νομίζω. Εμφανίστηκε μια ημέρα και δεν μπορέσαμε να το κάνουμε ανάμνηση από τότε… άσχημο δεν είναι, δεν με ενοχλεί καθόλου και ίσως να μου έλειπε αν έφευγε. Κρατάω την υγιής αδιαφορία όπως κάνουμε όλοι εδώ..
 Κοιτάω το σύννεφο και σκέφτομαι να κάνω τα μαλλιά μου σγουρά.. ναι, πηγαίνουν πιο πολύ σε όλο αυτό, θα τα κάνω. Και θα αρχίσω να τα σκορπίζω από αυτό το αναθεματισμένο μπαλκόνι, μετά βίας κάποιος θα το προσέξει, αλλά επιτέλους θα έχω κάποια αλληλεπίδραση με τον δρόμο απο κάτω. Τώρα, δεν υπάρχει δουλειά, δεν υπάρχει ζωή, υπάρχει ένας γυρισμένος αστράγαλος. Λίγα άσπρα έπιπλα. Στο διάολο η σόδα! Θέλω κάτι που να μου θυμίζει πολλά, ένα Απερόλ πορτοκάλι. Kαι αν μου πεις «Τι σου θυμίζει αυτό;» θα σου πω «Τίποτα» πάλι «Δεν μου θυμίζει τίποτα». Απλώς είναι καλύτερο από την σόδα.
 Με πολλούς τρόπους δεν καταλαβαίνεις αυτά που λέω και δεν σκέφτεσαι ότι μπορεί να μην τα εννοώ..
 Να σε κεράσω μπισκότα, είναι καινούρια· μπορείς να καθίσεις όπου θέλεις ακόμα και στο κρεβάτι μου, εγώ θα γεράσω μια μέρα. Το έχεις σκεφτεί εσύ πότε αυτό για μένα; θα γεράσω μια μέρα, και θα είμαι εδώ; Πάρε με να γεράσουμε μαζί, θα έχουμε και ένα σκύλο χάχα από τώρα γελάω φορτωμένη με τα χρόνια που δεν έφτασαν. Ίσως να φοράω και χρυσές αλυσίδες τότε. Θα με ανέχεσαι.. κανείς δεν μπορεί να πει όχι σε μια καλή μηλόπιτα εξάλλου. Θα την ψήσω τώρα και θα πέσω για ύπνο..
Όλα είναι θολά τώρα. Καληνύχτα αγάπη μου, ποιος είσαι;
Τα πάντα είναι ροζ και θολά τώρα.
Έφτασαν τα χρόνια
πέρασαν ήδη
την πρώτη φορά που γέλασα· ρώτα με αν εφυγε το σύννεφο.
Εγώ είμαι το σύννεφο.
Τώρα, εγώ είμαι το σύννεφο.
Να και τα σγουρά μου μαλλιά όλα εδώ είναι τελικά δεν έπεσαν στον δρόμο!
Μην με χαιρετάς, όχι, όχι δε χρειάζεται αλήθεια άσε το ροζ να βαθαίνει
θα ξυπνήσω αύριο πάλι.
Θύμισε μου μόνο
τι ήταν το σύννεφο;

 

TIME IS A STRIPER

Θέλω να χτίσω ένα σπίτι στην άμμο και να βγαίνω βόλτες με το μπαστούνι και τα γυαλιά ηλίου μου, να κρυφοαγαπάω όλους όσους συναντάω στο τροπικό αυτό κλίμα. Και να μην μιλήσω σε κανέναν, μόνο να βλέπω και να νιώθω σε μια ιερή σιωπή..

Μερικές μέρες δεν ένιωθα τα τόσα πολλά τα τόσα μεγάλα
που ήταν εκείνες οι μέρες;
Περπατάω στο πλακόστρωτο και ο αέρας φυσάει τους χαμαίρωπες αριστερά και δεξιά.
Ο πόνος στην μέση, να γιατι το έχω το μπαστούνι.
To ξέχασα ήδη.

3 ΣΕΙΡΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

O πατέρας μου έβαλε την θάλασσα σε έναν κουβά. «Πατέρα, του λέω δεν είναι πια η θάλασσα μέσ’τον κουβά, δεν χώρεσε». Του λέω «Πάτερα, άσε με να χωρίσω τα μεγάλα με τα μεγάλα και τα μικρά με τα μικρά». «Κανε ότι θέλεις» μου είπε, και κοίταζε την φωτιά. Χώμα. Λουλούδια. Λεφτά. Ταπεινές χειρονομίες, η θάλασσα σε έναν κουβά.

ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΓΥΑΛΙΣΤΕΡΟΙ ΠΟΛΥΤΙΜΟΙ ΛΙΘΟΙ

Όταν μια στιγμή άνοιξε ουρανός
και τα χείλια μου άγγιξαν
τον κόκκινο χρυσό, τι υπέρτατη αποκάλυψη.

Το ανατρίχιασμα για μια τρύπα
φωτός.
δε χρειαζόταν να είσαι εκεί..
Οπουδήποτε αλλά όχι εκεί.
Σε αργούς ρυθμούς
οι κινεζικοί δράκοι αιωρούνταν
στο άδειο σοκάκι
το μεσημέρι.

Ήταν χάρτινοι, δεν ήταν.

Τα ψεύτικα μάτια τους
γυάλιζαν μέσα
στη ζέστη.

Η θερμοκρασία πάνω από τις πέτρες ανατρίχιαζε μαζί μου κάτω από τον ήλιο,
αυτή περίμενε την ώρα μέσα στο μεσημέρι,
θα περνούσε.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΠΑΡΑΓΡΑΦΟΣ

Ποια ήταν η καρδιά τους
αυτή που έτρεχε με τον ήλιο πάνω
στις ράγες.

Υπόγεια ακούγεται ένα ακορντεόν
μέσα στο μετρό προχωράει η
ελπίδα κάτω από την γη.

Τι κοιτάζουν με την ψυχή ο ένας
τον άλλο;

Είδα πεινασμένη προσδοκία.
Τους είδα, να βάζουν κάτω τον
εαυτό τους και το ξεπέρασα.
Βαθιά μες την καρδιά μου
έσκασε ένα χαμόγελο
γιατί
αυτό επέλεξα.

ΑΡΧΙΖΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΤΑΣΗ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ

 

Τράβηγμα του κεφαλιού προς τα πίσω.
Τα φύλλα κουνιούνται και εσύ χτενίζεις στωικά τα μαλλιά πάνω στο κρανίο σου. Θέλεις να είσαι σίγουρος για την πραγματικότητα. Και όλη αυτή η κίνηση δεν σε εξιτάρει; Ω Θεέ μου είναι μια έκρηξη.
Πάω στην δουλειά και βλέπω στο λεωφορείο πραγματικούς ανθρώπους να πονάνε. Είναι πιο πραγματικοί από μένα λέω. Λέω ζω το υπέρτατο σε μικρές στιγμές, μα δώστε μου λίγη δράση.
Όλο αυτό το υγρό έδαφος που πατάμε μέσα μας το βράδυ είναι αληθινό.

ΚΑΝΑΠΕΣ ΣΤΗΝ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

 

Αυτές οι θυγατρικές αυγές που ήταν ή δεν ήταν..
Oι μύγες πετάνε στον κενό κεντρικό χώρο της αίθουσας σε σφαιρικό σχηματισμό, μου θυμίζουν την απεικόνιση ατόμου με τα ηλεκτρόνια
Ο κόσμος επαναλαμβάνεται μέσα στον εαυτό του ξανά και ξανά.
Και ξαπλωμένη σκέφτομαι τι θα ήμουν χωρίς την μοναξιά μου αν όχι τίποτα, αν δεν με έχτισε αυτή, αν δεν με κούρασε αυτή, αν δεν με έκανε να πάρω τις αποφάσεις μετά από τον μεσημεριανό ύπνο που είναι τόσο διαφορετικός από τον βραδινό. Και ας είναι ευλογημένη δεν πειράζει. Και ποιος ξέρει αν θα καταλήξω στην μεσόγειο και ποιος ξέρει να κοροϊδεύει χωρίς κακία ή να απολαμβάνει μια απλή λιακάδα
και ποιος ξέρει τι να μην τον ενδιαφέρει.
Ένας σωρός από όμορφα πράγματα που δεν μπορώ να αγγίξω
ούτε εσύ
Δεν πειράζει.

Η ΚΥΡΙΑ ΣΤΕΛΛΑ

Η κυρία Στέλλα μας καλεί μερικές φορές στο λευκό σπίτι της (εννοώ ξεχωριστά τον καθένα, απλά μιλάω στον πλυθηντικό αριθμό), εμένα και κάποιους άλλους δεν ξέρω ποιους, μας κερνάει λίγο γλυκό βύσσινο και κανέναν καφέ και μας αφήνει να καθόμαστε στο τραπεζάκι μπροστά στο παράθυρο που βλέπει πεύκο και θάλασσα αλλά κυρίως φως, πολύ φως. Κάθεται στην άλλη καρέκλα χωρίς να λέει τίποτα, και χωρίς να είναι διατεθειμένη να πει. Αυτό το ξέρουμε και εμείς και αυτή. Με φόντο την λευκή επίπλωση, καθόμαστε και κοιτάμε λίγο έξω, λίγο μέσα και έχουμε την αίσθηση πως ήρθαμε με σκοπό. Είναι, θα έλεγα, κάτι σαν γιατρευτήριο εδώ. Αν είχε επιγραφή από έξω ίσως έγραφε : «Έλα εδώ να ξεκουραστείς, να μάθεις κάτι για την ζωή που δεν γνώρισες και αν θέλεις να την γνωρίσεις, απλά ξαναέλα».
Είχα πάντα την εντύπωση πως αυτό το μέρος βρίσκεται κάτω από την θάλασσα, δεν ξέρω γιατί. Η μάλλον τώρα που το καλοσκεφτομαι, τώρα που επισημοποιώ μια φαντασία που έχω εδώ και καιρό, αν παρομοίαζα με κάτι τις επισκέψεις μας στην κυρία Στέλλα θα ήταν με αυτά τα δευτερόλεπτα που αφού έχεις βουτήξει κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, γυρνάς και κοιτάς προς τα πάνω το φώς και το νερό να παίζουν, ενώ οι ήχοι εκεί ακούγονται τόσο.. συμπαγής. Και ενώ θες να κάτσεις λίγο σε αυτή την κατάσταση, αναγκάζεσαι να βγεις γιατι σου έχει τελειώσει η αναπνοή. Λοιπόν έτσι είναι αυτές οι επισκέψεις, μόνο που κάθεσαι όσο θέλεις γιατί δεν υφίσταται αυτό το πρόβλημα της αναπνοής. Τώρα, η Κυρά-Στέλλα…δεν θεωρεί πως έχεις έρθει επίσκεψη ακριβώς..απλά περιμένει να καταλάβεις. Όχι με εκείνον τον πιεστικό τρόπο, αυτόν θα τον χαρακτήριζα περισσότερο υπομονετικό. Τα μάτια της μερικές φορές είναι σκούρα καστανά και άλλες γαλάζια. Είναι περίεργο να το λέω καθώς δεν μου έχει μιλήσει ούτε μια φορά, μα θα ορκιζόμουν ότι αυτή η γυναίκα με αγαπάει.
Αφού φέρνει γλυκό βύσσινο όπως προείπα, το οποίο συνοδεύεται από ένα ποτήρι νερό  (ή γλυκό σύκο με ελληνικό καφέ), κάθεται στο αεράκι της απέναντι καρέκλας όντας κάτι ανάμεσα σε παρέα, παρηγοριά, και την κενότητα του μυαλού. Περνάει λοιπόν έτσι το απόγευμα καθώς  τα γεγονότα και οι σκέψεις, και τα μέλλοντα συναντάνε το νόημα. Το άφταστο αυτό για το οποίο πηγαίνουμε εξαρχής εκεί συνοδεύεται από καλοκαίρι και λιακάδα— για την ακρίβεια δεν έχω καταλάβει αν πηγαίνω μόνο καλοκαίρι ή αν εκεί είναι πάντα καλοκαίρι όταν πηγαίνω.

Η επίσκεψη αυτή για μένα είναι η απλότητα της ζωής, η τόσο χαμένη, τόσο αξιοπρεπής, τόσο απονήρευτη. 
Κάθε φορά που φεύγω από την κυρία Στέλλα, έχω καταλάβει κάτι περισσότερο.

ΨΙΛΟΛΟΓΙΑ

 

Δεν έχω κάτι να σκεφτώ, κάτι να γράψω και όλα κυλάνε κανονικά σε μια μικρότητα σε ένα σπαστικό αέρα τα σύννεφα φεύγουν και έρχονται, μαρτυράνε οι άνθρωποι, χύνονται τα ζεστά υγρά τους στον δρόμο, στους ξεσκέπαστους θερινούς ορίζοντες, δίχως ταλέντο, δίχως ανάπαυση, μια καλοκαιρινή κατασκήνωση και τα τζιτζίκια τρίζουν, και τα τζιτζίκια πεθαίνουν.


Και αν κάτι θέλω περισσότερο από τα άλλα θα ήταν ένα μπαλκόνι να κάθομαι και να χαζεύω το φως, και να μυρίζω τα φρεσκοπλυμένα ασπρόρουχα, και να βλέπω πως σκοτεινιάζει και πως όλα προχωράνε πιάνοντας και αφήνοντας το ρυθμό και ξαναπιάνοντας τον. Κάνοντας τίποτα αλλά κάνοντας αυτό που μετράει.

A 60-YEAR-OLD SOUL WITH A LOVING HEART.

Οι ηλικιωμένοι έχουν χορτάσει την ζωή. Ναι, λοιπόν, αυτή η έκφραση στο πρόσωπο σημαίνει επισήμως να έχει χορτάσει κανείς την ζωή.
Αυτό που βλέπω εγώ είναι μια νεανική δίψα για την ζωή, γερασμένη.
Απογοητευμένη από την μοίρα ή από την έλλειψη μοίρας·
Γυρνάς σπίτι, μεσημέρι, με μια μπλε σακούλα γεμάτη λαχανικά. Κοιτάς στον καθρεφτη την ματαιότητα του «ήταν» σου, όχι του είναι σου —αυτό είναι το χειρότερο, ω ναι—  χωρίς επιστροφή χωρίς ανταλλαγή. Οι στιγμές που έζησες όσο δεν ζούσες,  η ζωή που έχασες θέλοντας να την κερδίσεις.  Λάθη που έκανες, λάθη που δεν έκανες. Ηλιοκαμένο δέρμα και πεταμένα λεφτά.

Ας πιούμε κανένα κρασάκι λοιπόν κοιτώντας το ηλιοβασίλεμα, δίπλα στην θάλασσα, μαζί με τους αχινούς που δεν έχασαν ακόμα την γοητεία τους.

– Για να ξεχάσουμε.
– να ξεχάσουμε τι;
– Ότι αυτό που δεν υπάρχει, δεν ξεχνιέται.

Ακόμα, λες και θα έπρεπε, λες και όλα, λειτουργούν όπως εμείς.
Χρυσοί αχινοί, ακόμα επικίνδυνοι μα όχι πολύ. Εμείς γεράσαμε πια από την προσπάθεια.

Και αν με ρωτήσεις, θα σου πω, πως αν είναι να πας στον παράδεισο
να είσαι ήδη από τώρα
εκεί.

Μην γεράσεις και εσύ από την προσπάθεια Αγάπη μου.